Οι παιδικές μου Λαμπριές!

του Απόστολου Βονιτσάνου

Θυμάμαι όταν ήμασταν παιδιά πως περιμέναμε τις Άγιες Μέρες του Πάσχα, με  λαχτάρα και χαρά. Τη Λαμπρή, έτσι μας την έλεγαν τότε, Πάσχα κάπου κάπου άκουγες. Αφού έκλεινε το Σχολείο ξεκινούσε το πανηγύρι. Ξεκινούσαμε απο την παραμονή του Λαζάρου τις προετοιμασίες. Στολίζαμε ένα καλάθι με κρίνα και στον πάτο στρώναμε άχυρα για να μη σπάνε τα αυγά. Το πρωί του Λαζάρου ξεκινούσαμε δυο δυο και πηγαίναμε στα σπίτια του δικού μας χωριού αλλά και των διπλανών χωριών, Βαυκερή, Εγκλουβή, κ.α. Μας έδιναν αυγά και κουλούρια και λίγα χρήματα, τα οποία μοιραζόμαστε. Γυρίζαμε στα σπίτια ευτυχισμένα γεμάτα χαρά και ικανοποίηση.  Εμείς τον Λάζαρο τον λέγαμε τραγουδιστά ως εξής:

Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια, ήρθε γιορτή μεγάλη κι Άγια.
Εδώ διαβαίνει ο Λάζαρος με 12 Αποστόλους
και πάλι ξαναγύρισε με 13 Αγγέλους.
Όθε διαβεί κι όθε σταθεί πηγάδια φανερώνει,
πηγάδια πετροπήγαδα κι αυλές μαρμαρωμένες
με κεραμίδια χάλκινα και ρέλες ατσαλένιες
και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Αφέντη μου πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη.
Αφέντης καβαλίκεψε αστερινό μουλάρι,
που ‘χει αστέρια στην κορφή κι αστέρια στα καπούλια
που ‘χει ασημένια πέταλα που ‘χει ασημένια γκέμια.
Κι αφού είπαμε του αφεντιού ας πούμε και της κόρης
κόρη λιγνή, κόρη ψηλή, κόρη γαϊτανοφρύδο
κόρη που το τσεμπέρι σου ζωγράφισαν αγγέλοι.

 

Τη Μεγάλη Εβδομάδα πηγαίναμε κάθε βράδυ στην εκκλησία, στις αγρυπνιές όπως λέγαμε τότε. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής ξεκινούσαμε πάλι με τα καλάθια για να τραγουδήσουμε στα σπίτια τα «Πάθη του Χριστού». Τα λόγια που θυμάμαι είναι τα εξής:

 

Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον τάφο
εκεί δέντρο δεν ήτανε και δέντρο εφανερώθη.
Η ρίζα ήταν ο Χριστός, οι κλώνοι Αποστόλοι
τα φύλλα που επέφτανε ήτανε οι μαρτυρές του,
που μαρτυρούσαν κι έλεγαν για του Χριστού τα Πάθη,
για του Χριστού, για του Σταυρού, για την Τιμιοτέρα.
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων Βασιλέα.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της.
-Πάψε Κυρά μ’ τις προσευχές, πάψε και τις μετάνοιες
τον γιό σου τον επιάσανε και στον Χαλκιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραννάνε.
-«Χαλκιά, χαλκιά φτιάξε καρφιά, φτιάξε πέντε περόνια
τα δυο βάλτε στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
να βγεί το αίμα σα νερό να λιγωθεί η καρδιά  του».       
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε άρχισε να οδύρεται, να σκούζει, να φωνάζει.
Ζητά μαχαίρι να σφαεί, ζητά σκοινί να κρεμαστεί,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
Κι’ η Μάρθα κι’ η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι’ οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου  
Κι’ η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιότερα βλέπει τον Αϊγιάννη.
-Αι Γιάννη Δάσκαλε και Βαπτιστή του Γιού μου
μην είδες εδώ τον γιόκα μου κι εσύ το δασκαλό σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
φοράει πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
φοράει στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

 

Το Μ. Σάββατο είχαμε ξεχωριστή χαρά. Ξεκινούσε η σφαγή των αρνοκάτσικων. Ακολουθούσαμε ομάδες ομάδες παιδιών τους χασάπηδες για να μας δώσουν τις κύστες των ζώων να τις κάνουμε μπαλόνια, φουσκώνοντάς τες. Εγώ, επειδή ο πατέρας ήταν ο πρώτος χασάπης, έπαιρνα τις πιο πολλές. Πρώτος χασάπης ήταν ο πατέρας μου, Γιάννης Βονιτσάνος (Σταθίκος). Μετά οι Βασίλης Καρτάνος (Ψίλιας), Στάθης Καρτάνος (Κουφός) και Στάθης Φίλιππας (Μπουρλούφης).

Το βράδυ της Αναστάσεως στην εκκλησία δε ρίχναμε κροτίδες. Εμείς στο χωριό για να εκδηλώσουμε τη χαρά μας για την Ανάσταση του Θεανθρώπου βάζαμε φωτιά ο ένας στα μαλλιά του άλλου. Αντί για κροτίδες είχαμε τα κριτσόνια, εκτόνωση ακίνδυνη και χωρίς έξοδα. Το κριτσόνι ήταν καλάμι με ξύλο που περιστρεφόταν και δημιουργούσε θόρυβο.

Η Λαμπρή είχε ξεχωριστό χρώμα και πολλές χαρές. Την Κυριακή της Λαμπρής το στομάχι ήθελε προσοχή μετά απο 40 μέρες νηστεία και την περνούσαμε με σούπες και λίγο βραστό. Την Δευτέρα της Λαμπρής ψήναμε τον οβελία. Τότε όλοι είχαμε δικά μας ζώα. Ψήνανε παρέα οι γειτονιές, 5-6 σούβλες μαζί, και διασκεδάζαμε με πικ-απ και αργότερα κασετόφωνα.

Νομίζω καμία σχέση η Λαμπρή του τότε, με το Πάσχα του σήμερα…

Ο Λάζαρος και τα Πάθη του Χριστού, όπως τα θυμάται ο ίδιος:

Advertisements

One thought on “Οι παιδικές μου Λαμπριές!

  1. Παράθεμα: Του Χριστού τα Πάθη | Κόκκινη Εκκλησιά

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.