Η Κόκκινη Εκκλησιά

Ιερά Μονή Κόκκινης Εκκλησιάς ή Ευαγγελιστρίας

Το μοναστήρι της Κόκκινης Εκκλησιάς βρίσκεται στις νοτιοδυτικές πλαγιές του όρους Σκάρος ή Σκάροι που στέκει ξεκομμένο από τον κεντρικό ορεινό κορμό της Λευκάδας και καταλήγει απότομα στην ανατολική θάλασσα. Δύο πτυχώσεις του όρους ξεκινούν από τις νότιες κορυφές με κατεύθυνση προς τα δυτικά σχηματίζοντας ευρύχωρη κοιλάδα προστατευμένη από ανέμους, αθέατη από τις γύρω περιοχές και σχετικά πλησίον στη θάλασσα, προστασία απαραίτητη για τους σκοτεινούς χρόνους της δουλείας και της έκθεσης του νησιού σε κάθε λογής κινδύνους από τη θάλασσα και την απέναντι Στερεά Ελλάδα. Ανάμεσα στις δυο ορεινές πτυχώσεις ανοικτή μένει μόνο η θέα προς τα νοτιοδυτικά προσφέροντας μια επιβλητική οπτική προς τις κορυφές του κεντρικού ορεινού όγκου της Λευκάδας, Προφήτη Ηλία και Ελάτης καθώς και τα υψώματα της Εγκλουβής. Αν και δεν είναι άμεσα ορατά δυο ακόμα φυσικά στοιχεία επιβάλλουν την παρουσία τους στη ζωή της περιοχής, το φαράγγι της Ζάβικας δυτικά και το «άγροικο λαγκάδι» ανατολικά. Το χειμώνα κατεβάζουν ορμητικά τα νερά τους από τις πλαγιές των Σκάρων στέλνοντας τα με τους άλλους χείμαρρους της περιοχής στο τραγουδισμένο από το Βαλαωρίτη Δημοσάρι, που μετά το φαράγγι του και το μοναδικό του καταρράκτη, διασχίζει ήρεμα τον κάμπο του Νυδριού για να καταλήξει στη θάλασσα, απέναντι ακριβώς από τη Μαδουρή, το νησί του Βαλαωρίτη. Αυτό το τοπίο και οι αντιθέσεις του άγριου φυσικού στοιχείου με την ήρεμη απανεμιά της κοιλάδας, πρόσφερε στο μοναχισμό το ιδανικό πλαίσιο για αυτοσυγκέντρωση, πνευματική ανάταση αλλά και ανθρώπινη δημιουργία, όπως προκύπτει από τη μακραίωνη ζωή του μοναστηριού.
Σύμφωνα με την παράδοση η ονομασία του προήλθε από τον κόκκινο πηλό που υπάρχει στην περιοχή και χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή του ναού. Είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και εορτάζει στις 25 Μαρτίου.
Στο 1478 τοποθετεί ο Κ. Μαχαιράς την ίδρυση της μονής από τους ιερομόναχους Σάββα Μανωλίτση και Χαρίτωνα Δαμιανή, υπάρχει όμως η άποψη από ορισμένους μελετητές ότι είναι πολύ παλαιότερο, ίσως από τη βυζαντινή περίοδο. Εκτός από τα σωζόμενα σήμερα κτίσματα που κλείνουν έναν περίβολο 50Χ50 μ. περίπου αρκετά κτίσματα μέσα και έξω από αυτό, ερειπωμένα και μπαζωμένα από τα ίδια τους τα υλικά θα μπορούσαν ίσως μετά από έρευνες να φωτίσουν καλύτερα το θέμα της παλαιότητας.
Επί πέντε αιώνες το μοναστήρι παρουσιάζει συνεχή ζωή και από ότι μαρτυρούν οι γραπτές πηγές πρόκειται για ένα από τα πέντε πιο σημαντικά ανάμεσα στα δεκαεπτά, γνωστά στη βιβλιογραφία, μοναστήρια της Λευκάδας. Οι πηγές αυτές αναφέρονται σε οικονομικά στοιχεία και ιδιοκτησιακά θέματα που απασχόλησαν τη βενετική αλλά και τις μετέπειτα διοικήσεις. Πολλά από αυτά έχουν δημοσιευθεί από τον Π. Ροντογιάννη στην Ιστορία της Λευκάδας αλλά και παλαιότερα από τον ιστορικό Κ. Μαχαιρά.
Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο Π. Ροντογιάννης, κατά την τουρκοκρατία το μοναστήρι έχει σημαντική περιουσία μέρος της οποίας προέρχεται από αφιερώσεις και αγορές κτημάτων που έγιναν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, πολλά από τα οποία ανήκαν σε Τούρκους ή ήταν παραχωρημένα σε εξισλαμισθέντες Έλληνες. Με τη λήξη της Τουρκοκρατίας από το ενετικό κτηματολόγιο θα προκύψει ότι το μοναστήρι της Κόκκινης Εκκλησιάς κατέχει αισθητά μεγαλύτερες εκτάσεις από τα υπόλοιπα μοναστήρια, πλην του Αγίου Γεωργίου στους Σκάρους, σε αμπέλια και χωράφια, ενώ υστερεί σε ελαιώνες.
Αυτή η έλλειψη θα οδηγήσει τον ηγούμενο Θεοφάνη Δανιά να ζητήσει την παραχώρηση ελαιώνων από την ενετική κυβέρνηση στα πρώτα χρόνια της ενετοκρατίας. Θα ζητήσει ακόμα τεμάχιο γης από τους Ενετούς στην περιοχή της νεοσύστατης πρωτεύουσας στο οποίο θα κτίσει σύντομα το ναό του Αγίου Δημητρίου της Χώρας, μετόχι του μοναστηριού της Κόκκινης Εκκλησιάς. Θα αδράξει έτσι την ευκαιρία η Μονή για να δημιουργήσει ένα πόστο στο νέο αυτό οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νησιού, εκμεταλλευόμενη την πολιτική παραχώρησης γαιών από την ενετική κυβέρνηση για τη δημιουργία της νέας πόλης, ευκαιρία που στο μέλλον θα την ενισχύσει οικονομικά τόσο ο ίδιος ο ναός όσο και η γη που νοικιάζει το μοναστήρι για «σπιτότοπους» στην ενορία του Αγ. Δημητρίου.
Στα μέσα του 18ου αιώνα το μοναστήρι βρίσκεται στην ακμή του με σημαντική περιουσία, με τον Άγιο Δημήτριο στη Χώρα και με το καθολικό της Μονής ανανεωμένο μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1722. Με την σημαντική περιουσία που έχει αποκτήσει η Μονή παρουσιάζει την εικόνα μιας εύρωστης οικονομικής μονάδας, με πωλήσεις αγροτικών προϊόντων όπως το στάρι και το κρασί. Προβαίνει ακόμα σε πωλήσεις λαδιού, το οποίο άλλοτε στερούνταν, προϊόν που προέρχεται τώρα από τα ελαιοκτήματα που αποκτήθηκαν το 18ο αιώνα, πλέον αυτών που αρχικά είχε παραχωρήσει η ενετική κυβέρνηση. Τα τελευταία βρίσκονται σε διάφορες περιοχές του νησιού, ενώ τα αμπέλια και χωράφια κυρίως στις κοντινές περιοχές. Διαθέτει επίσης στην αγορά μικρές ποσότητες κτηνοτροφικών προϊόντων προερχόμενων από δικά της κοπάδια ή από ζώα μισιακά. Για την παραγωγή των προϊόντων αυτών διαθέτει τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για την επεξεργασία τους όπως λιοτρίβια, νερόμυλους, στάνες, αποθήκες, λινούς και άλλα, πολλά από τα οποία βρίσκονται στα μετόχια. Το 1760 ανήκαν στην μονή έξι νερόμυλοι, από τους εξήντα που υπήρχαν τότε στη Λευκάδα, το 1/10 δηλαδή των νερόμυλων του νησιού. Οι τέσσερις από αυτούς βρίσκονται στα ποτάμια της περιοχής Ζάβικα και Δημοσάρι, ήταν δε σε χρήση μέχρι και το 1823, όπως αναφέρεται στα έγγραφα. Διαθέτει ελαιοτριβείο μέσα στο μοναστήρι, παλιότερα δε είχε και άλλο στο Νυδρί που το 1736 βρίσκεται γκρεμισμένο. Το λάδι όμως γίνεται και σε άλλα, εκτός των μοναστηριακών, ελαιοτριβεία. Από τα παραπάνω γίνεται καταφανές ότι πρόκειται για μια συγκροτημένη μονάδα αγροτικής παραγωγής εξοπλισμένη με τα τεχνικά μέσα παραγωγής της εποχής και τα ανάλογα έργα υποστήριξης της λειτουργίας τους. Ανάμεσα σε αυτά τα έργα συγκαταλέγονται νεραύλακες για την προσαγωγή υδάτων από γειτονικά ρέματα καθώς και ένας συλλέκτης ομβρίων από την πλησιέστερη στο μοναστήρι κοιλάδα για τροφοδότη της μιας από τις δεξαμενές του και ακόμα ένα γεφύρι έξω από τη δυτική είσοδο για την απρόσκοπτη πρόσβαση στο μοναστήρι.
Για την συντήρηση των εγκαταστάσεων αλλά και από τις συνεχείς βλάβες που προκαλούν στα κτίσματα οι σεισμοί, βρίσκουμε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα να αναφέρεται σποραδικά κάποιος «μαστρογιώργης» συμβεβλημένος με το μοναστήρι, εκτός από τους μαστόρους που χρησιμοποιούνται περιστασιακά. Τα οικοδομικά υλικά αγοράζονται έτοιμα ή σε πρώτη ύλη και έπειτα κατασκευάζονται στο μοναστήρι, ενώ άλλα παραγγέλλονται στη χώρα ή στους μαστόρους των χωριών. Έτσι εκτός από τα αγροτικά χέρια που απασχολεί το μοναστήρι, αναφέρονται παραγγελίες του σε ξυλουργούς, πετράδες, σιδεράδες και βαγενάδες που ετοιμάζουν και παραδίδουν παραγγελίες και υλικά στο μοναστήρι ή έρχονται να τα δουλέψουν επί τόπου. Μεταξύ αυτών είναι και ηπειρώτες μαστόροι – ως «αρβανίτες» αναφέρονται – που όπως είναι γνωστό έρχονταν και δούλευαν στο νησί από παλιά. Μερικοί από τους παλιούς κατοίκους θυμούνταν ακόμα τους πριονάδες ηπειρώτες που έκοβαν τα ξύλα.
Όσοι από τους ντόπιους ασχολούνται στις διάφορες εργασίες οικοδομικές ή αγροτικές προέρχονται από τα πλησιέστερα χωριά. Έτσι αμπέλια και χωράφια νοικιάζονται και καλλιεργούνται κυρίως από Πλατυστομίτες και λιγότερο από τα χωριά Αλέξανδρο, Καρυά, Παλαιοκατούνα και Βαυκερή. Από τα δύο τελευταία νοικιάζονται κατά καιρούς οι μύλοι καθώς στα χωριά αυτά γνωρίζουν την τέχνη αφού έχουν δικούς τους μύλους στο Δημοσάρι. Το 1771 μετά δηλαδή από το σεισμό του 1767 και τον τρομερό σεισμό του 1769 μια οικογένεια μαστόρων από την Καρυά και την Εγκλουβή δουλεύει για μεγάλο διάστημα στο μοναστήρι, στα μετόχια του αλλά και στον Άγιο Δημήτριο στη Χώρα, οι Γιώργος και Γιάννης Αναγνώστης και ο Αθανάσιος Κακλαμάνης. Αυτοί ανήκουν στην ίδια οικογένεια που έδωσε έναν ηγούμενο στη Μονή στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.
Στα βιβλία εσόδων εξόδων καταγράφονται κάποτε όλα τα κινητά αντικείμενα των μονών. Έτσι, στο «ινβεντάριο» της 7-11-1761, μαζί με τα ιερά σκεύη καταγράφονται και 75 βιβλία – αγιολογικά κείμενα ως επί το πλείστον – μεταξύ των οποίων μια γραμματική, μια εγκυκλοπαίδεια, «νομοί» δύο τον αριθμό, «χρονογράφοι» τρείς και μια «τεχνολογία». Στο φάκελο του ιστορικού αρχείου Λευκάδας της Παναγίας της Γύρας αναφέρεται ότι το 1732 ο Ιερομόναχος Ιερεμίας Ζαμπέλης αφήνει βιβλία φιλοσοφικά κλπ στην Κόκκινη Εκκλησία. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν μια πνευματική ζωή και ακτινοβολία της μονής πέρα από τις άλλες δραστηριότητες, ακτινοβολία που απηχεί ή συμβάλλει στην γενικότερη αίγλη και φήμη του μοναστηριού. Τη φήμη αυτή σφράγισε η ανακήρυξη σε Αρχιεπίσκοπο Λευκάδος και Αγίας Μαύρας του άξιου ηγούμενου Θεοφάνη Δανιά, ο οποίος φρόντισε για την αναστήλωση της Μονής μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1704 και την ενίσχυση της περιουσίας της.
Η διακίνηση των προϊόντων για τη διάθεσή τους στο εμπόριο γινόταν είτε προς τη Χώρα δια ξηράς με ζώα, είτε δια θαλάσσης μέσω του Νυδριού. Από τα δύο αυτά κέντρα προμηθευόταν το μοναστήρι τρόφιμα και οικοδομικά υλικά και ακόμα υλικά που μέσω αυτών έφταναν στο νησί, όπως κεραμίδια «θιακά», δηλαδή από το Θιάκι (Ιθάκη), στάρι από την Κεφαλλονιά ενώ σε μια μοναδική περίπτωση το 1771 παραγγέλλονται 150 «τάβλαις» για το ταβάνι του Αγ. Δημητρίου, από τη Βενετιά.
Το 19ο αιώνα, δημεύεται η περιουσία των πιο πλούσιων μοναστηριών την πενταετία 1805-1810 για την συντήρηση του προκαταρκτικού δημόσιου σχολείου. Το 1810 η Αγγλική διοίκηση αποκαθιστά τη Μονή στην προηγούμενη κατάσταση της με την υποχρέωση να καταβάλλει στο Δημόσιο 166 τάληρα και 4 πιάστρες το χρόνο. Φαίνεται ότι το μοναστήρι καταφέρνει να ανασυγκροτηθεί μέσα σε μια δεκαετία κι έτσι το 1823 διαθέτει στο εμπόριο τα 2/3 της παραγωγής του σε κρασί, 50 βαρέλες από τις 75 που παράγει συνολικά. Την εποχή αυτή πληρώνει δραγάτη για τη φύλαξη των ελαιών πλησίον της περιοχής του μοναστηριού, εν αντιθέσει δηλαδή με το παρελθόν έχει αποκτήσει τώρα ελαιώνες και στην κοντινή περιοχή του Πλατυστόμου ίσως αποτέλεσμα της προγενέστερης μέριμνάς τους για το κέντρωμα αγριλίδων, σύμφωνα με σχετική μνεία του 1783. Το 1829 φαίνεται να διατηρεί 11 μετόχια.
Το 1821 γίνεται ορμητήριο οπλαρχηγών, ενισχύοντας ηθικά και υλικά τον αγώνα ενάντια στον κατακτητή και συμβάλλοντας στη διατήρηση της εθνικής και πνευματικής μας ταυτότητας. Από τα κατάστιχα της Μονής διαφαίνεται το μέγεθος και η σημασία της προσφοράς της με αξιόλογα χρηματικά ποσά για την περίθαλψη φτωχών, για τους αλύτρωτους ακόμα τότε Ηπειρώτες και Κρήτες, για τους υποψήφιους ιερείς, κ.α.
Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το μοναστήρι βρισκόταν φαίνεται σε κάμψη σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχει σύγγραμμα του ιερέα Γεράσιμου Ζαμπέλη για την Κόκκινη Εκκλησία αντίθετα με την γενικότερη οικονομική άνθηση της Λευκάδας στην οποία εκτενώς αναφέρεται ο Π. Ροντογιάννης στην ιστορία της Λευκάδας. Η φύση των γραπτών πηγών είναι τέτοια που δεν μας έχει αφήσει στοιχεία για την κοινωνική ζωή της μονής. Συμπληρωματικά μόνο η αφηγηματική γραφή του οικονόμου της μονής Ευθυμίου Κακλαμάνη το 1783 με την αφορμή αγοράς ρυζιού για όλο το χρόνο «Για κάθε καλήν ιμέρα ήγουν Πάσχα, απόκριες, αρχοντικούς ανθρώπους και αρχιερέαν…» θα μας δώσει μια αμυδρή εικόνα της φιλοξενίας του μοναστηριού με την παραδοσιακή σούπα με ρύζι, το κλασικό κυριακάτικο φαγητό στην ύπαιθρο της Λευκάδας.
Πολύ πιο γνωστή είναι η κοινωνική ζωή του μοναστηριού στην τελευταία φάση της λειτουργίας του. Η φιλία του τελευταίου ηγουμένου με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και η έμπνευση του τελευταίου από τον ηγούμενο για το ποίημά του για τον Γρηγόριο Ε΄ είναι στοιχεία γνωστά που κρατούν ζωντανή στη μνήμη των κατοίκων την παρουσία της μονής στη μνήμη των απλών ανθρώπων. Το μοναστήρι θα παραμείνει ακόμα και σαν το καταφύγιο στη ώρα της νεροποντής και συμπαράστασης σε περιστασιακά συμβάντα πολλά από τα οποία και σήμερα αφηγούνται. Περισσότερο όμως ζωντανό παραμένει στη μνήμη τους από τη σύναξη των δημοτικών σχολείων της περιοχής στο πρόσφατο παρελθόν για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου ή για τις σχολικές εκδρομές.
Το 1925 με το νόμο περί απαλλοτριώσεως αγροτικών κτημάτων υπέρ ακτημόνων καλλιεργητών και το Ν. 4684/1931 «περί ΟΔΕΠ» αφαιρείται από τη Μονή η περιουσία με άμεση συνέπεια την οριστική της διάλυση. Οι τέσσερις δεσποτικές εικόνες, έργα του Μιχαήλ Τζέν, και τμήματα του τέμπλου του Καθολικού φυλάσσονται στη Συλλογή μεταβυζαντινών Εικόνων της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Λευκάδας.

Μετά το σεισμό του 2003 το μοναστήρι παρουσίασε σοβαρές ζημιές, ευτυχώς όμως δεν έχουμε καταρρεύσεις από το σεισμό αυτό.

Ακολουθεί αναδημοσίευση σχετικού άρθρου της κ. Μάρως Φίλιππα-Αποστόλου με μικρές συμπληρώσεις[εδώ]

Οι ζημιές αυτές αν και σοβαρές ακόμη τώρα επιδέχονται αποκατάσταση. Πραγματοποιήθηκαν όμως σωστικές επεμβάσεις το 2006 για την πρόληψη τυχόν καταρρεύσεων, δραστηριότητα που έχει προσωρινό χαρακτήρα:

1) Με εργασίες αντιστηρίξεων και υποστηλώσεων που κρατούν όρθια τα απειλούμενα με κατάρρευση τμήματα στο νότιο και ανατολικό τμήμα της Μονής από της νότιας εισόδου και πέραν αυτής προς ανατολάς.
2) Με προστατευτικά αρμολογήματα της άνω επιφάνειας των τοίχων (caping).
3) Με ανάκτηση μικρού τμήματος στο άνω μέρος της εξωτερικής τοιχοποιίας του νότιου τοίχου της Μονής.
4) Με αποφόρτιση των θόλων των κελιών της νότιας πτέρυγας, με την απομάκρυνση υλικών κατάρρευσης των τοίχων
5) Με αντιστηρίξεις του δυτικού τμήματος στον εσωτερικό τοίχο της νότιας πτέρυγας και
6) Με συμπληρωματικές υποστηλώσεις σε τμήματα θόλων στο ανατολικό τμήμα της νότιας πτέρυγας.

Οι εργασίες 1-3 πραγματοποιήθηκαν από το Δήμο Ελλομένου (6.900 €), οι δε υπόλοιπες από το αρμόδιο Υπουργείο το οποίο και ενέκρινε το σύνολο των επεμβάσεων.

Βασική Πηγή: Μάρω Φίλιππα – Αποστόλου, «Το Μοναστήρι της Κόκκινης Εκκλησιάς», Εφημερίδα: Νέα της Λευκάδας, 27-03-2002

Ευχαριστούμε θερμά την κ. Μάρω Φίλιππα – Αποστόλου για την δημιουργία του κειμένου.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Advertisements